Παραμύθι για μεγάλους.......


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ζευγάρι κάπου στην επαρχία, που εργαζόταν σκληρά στα χωράφια για να θρέψει τα παιδιά του και να αυγατίσει το βιός του.


Μια Κυριακή λοιπόν μετά την εκκλησιά μαζεύτηκαν όλοι στην πλατεία του χωριού γιατί θα τους μιλούσε ο γιος της κυρα Γιαννούλας.
Σπουδαγμένο παιδί οι γονείς του είχαν ματώσει για να γίνει τρανός όπως κι έγινε!!!

Σπούδασε λέει πολιτικές επιστήμες, αρίστευσε και τα κόμματα έκαναν ουρά ποιος θα τον πάρει .
Σε δυο μήνες θα είχαν εκλογές κι έπρεπε πάση θυσία να βγει βουλευτής......

Τους μίλησε για τη ζωή στην Αθήνα το πόσα χρήματα βγάζουν χωρίς κόπο πως τα σπίτια έχουν την τουαλέτα μέσα στο σπίτι , έχουν μπανιέρα και φυσικά θέρμανση χωρίς τη μουτζούρα και τη μυρωδιά από το μαγκάλι.
Μεγάλα αστραφτερά και άνετα αυτοκίνητα. 

Έπρεπε όμως να κατέβουν στην Αθήνα για να τα γευτούν όλα αυτά.

Μετά τις εκλογές λοιπόν κι αφού ο γιος της κυρα Γιαννούλας εκλέχθηκε βουλευτής, πούλησαν τα πάντα στο χωριό εκτός από ένα παλιό πέτρινο σπιτάκι (το κράτησαν για να πηγαίνουν το Πασχα ή το καλοκαίρι να ξεκουράζονται) κι ένα χωραφάκι με λίγες ελιές.

Ήρθαν στην Αθήνα πήραν κι ένα δάνειο από την τράπεζα γιατί το βιός τους ήταν μικρο και τα χρήματα που πήραν δεν έφταναν για να αγοράσουν το ρετιρέ που ήθελαν.

Τους τακτοποίησε ο γιος της κυρα Γιαννούλας σε πολύ καλές θέσεις κι έπαιρναν παχυλούς μισθούς χωρίς κόπο και λάσπη όπως πρώτα.
Τα  παιδιά πλέον μπορούσαν να τα μεγαλώσουν χωρίς προβλήματα και πολύ άνετα.

Τα παιδιά παντρεύτηκαν  έκαναν δικά τους παιδιά, είχαν καλές δουλειές πήραν κι εκείνα δάνεια να αγοράσουν τα δικά τους ρετιρέ και τα δικά τους αστραφτερά και γρήγορα αυτοκίνητα.

Ο γιος της της κυρα Γιαννούλας πια έλυνε κι έδενε είχε γίνει ζάπλουτος.

Ξυπνούν ένα πρωί κι ακούν στην τηλεόραση, οτι υπάρχει λέει κρίση και πρέπει να πάρουν μέτρα δυσάρεστα για τους πολίτες.
 Οι άνθρωποι γελούσαν γιατί είχαν καλές δουλειές, καταθέσεις στην τράπεζα και βέβαια το γιο της κυρα Γιαννούλας που αν και μεγάλος σε ηλικία δεν ξεχνούσε τους ψηφοφόρους και συγχωριανούς του.
Όλοι γύρω τους υπέφεραν,  εκείνους όμως δεν τους άγγιζε τίποτα και παρόλο που είχαν θέσεις που θα μπορούσαν να κάνουν κάτι , δεν έκαναν τίποτα για να μην χάσουν τα κεκτημένα τους.

Οι γονείς παρακολουθούσαν ανήμποροι να βοηθήσουν κι έκλαιγαν.
Ώσπου μια μέρα η συμφορά των άλλων έφτασε στην πόρτα τους.......

Αρχικά χάθηκαν οι καταθέσεις γιατί έπρεπε να πληρωθούν τα δάνεια και η εφορία.
Δεν ήταν όμως αρκετά κι έτσι άρχισαν να τους κάνουν κατασχέσεις στα υπέροχα ρετιρέ τους και στα αστραφτερά αυτοκίνητα τους.
Ο γιος της κυρα Γιαννούλας είχε αποδημήσει πια και τη θέση του την είχε πάρει ο γιος του....

Το ένα από τα παιδιά αυτοκτόνησε γιατί το έπνιξαν τα χρέη .... 
Η κραυγή της μάνας του έσκισε τον ουρανό...............η γυναίκα τα παιδιά του πεινούσαν, δε μπορούσαν να αντέξουν ούτε την απώλεια ούτε τη φτώχεια που τους χτύπησε την πόρτα δεν ήξεραν πως.....  

Το άλλο έμεινε στο δρόμο με την οικογένεια του κι έκαναν δουλειές του ποδαριού προσπαθώντας να επιβιώσουν.

Τα έχασαν όλα ακόμα και το σπιτάκι στο χωριό και το χωραφάκι με τις ελιές το πήρε η ΑΑΔΕ γιατί χρωστούσαν ΕΝΦΙΑ.
Οι γονείς έκλαιγαν απαρηγόρητοι γιατί δε μπορούσαν να βοηθήσουν τα παιδιά τους πλέον. Κι εκείνοι είχαν ξεγελαστεί.....Έτσι ζήτησαν από τον θεό να τα πάρουν κοντά τους.
Κι εκείνος τους έκανε τη χάρη... Βρήκαν την οικογένεια παγωμένη το βράδυ των Χριστουγέννων μέσα σε ένα παλιό ακατοίκητο σπίτι.

Η γυναίκα και τα παιδιά του άλλου τους παιδιού τα κατάφεραν να ζήσουν. Έγιναν εργάτες σε μια μεγάλη πολυεθνική κι εργάζονταν 20 ώρες την ήμερα αλλά ευτυχώς είχαν όλα όσα χρειάζονταν. Έπαιρναν κουπόνια για φαγητό και ζούσαν σε ένα ξενώνα που είχε φτιάξει η πολυεθνική γι αυτους εξω απο την πόλη........


 ΜΑΤΑ





Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.